Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stencil
01
στένσιλ, μοτίβο
a thin sheet of material with a design or words cut out of it, used to put the design or words on a surface below it by putting paint over
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stencils
to stencil
01
στοιχειοθετώ με στένσιλ, σημειώνω με στένσιλ
mark or print with a stencil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stencil
γ΄ ενικό πρόσωπο
stencils
ενεστώτα μετοχή
stenciling
απλός αόριστος
stenciled
παθητική μετοχή
stenciled



























