bereavement
be
bi
reave
ˈri:v
riv
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "bereavement"στα αγγλικά

01

πένθος, θλίψη

the deep sadness and grief experienced after losing someone close through death or separation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She took time off work to deal with her bereavement. 

Πήρε άδεια από τη δουλειά για να αντιμετωπίσει το πένθος της.

Λεξικό Δέντρο

bereavement
bereave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store