Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to steer
01
κατευθύνω, οδηγώ
to control the direction of a moving object, such as a car, ship, etc.
Transitive: to steer a vehicle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
steer
γ΄ ενικό πρόσωπο
steers
ενεστώτα μετοχή
steering
απλός αόριστος
steered
παθητική μετοχή
steered
Παραδείγματα
He expertly steered the car through the winding mountain roads.
Οδήγησε επιδέξια το αυτοκίνητο μέσα από τους ελικοειδείς βουνούς δρόμους.
02
κατευθύνω, οδηγώ
to guide, influence, or direct the course of action
Transitive: to steer sb/sth toward a state
Παραδείγματα
The project manager worked to steer the team towards completing the critical tasks on time.
Ο διαχειριστής του έργου εργάστηκε για να κατευθύνει την ομάδα προς την ολοκλήρωση των κρίσιμων εργασιών εγκαίρως.
Steer
01
ευνουχισμένος ταύρος, βόδι
a male bovine whose sex organs have been removed before maturity, typically raised for beef
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steers
Παραδείγματα
The farmer raised steers for the market.
Ο αγρότης εκτρέφει ευνουχισμένους ταύρους για την αγορά.
02
υπόδειξη, συμβουλή
a signal, advice, or indication pointing to a potential opportunity or course of action
Παραδείγματα
He got a steer from his mentor about the new job opening.
Πήρε μια υπόδειξη από τον μέντορά του σχετικά με τη νέα θέση εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
steering
steer



























