Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steeplechase
01
δρομο με εμπόδια, στίπλ τσέις
an athletic race, usually 3000 meters, run on a track with barriers and water jumps
Παραδείγματα
She specializes in the 3000 m steeplechase event.
Ειδικεύεται στο αγώνισμα των 3000 μ μετ' εμποδίων.
02
αγώνας εμποδίων, στίπλ τσέις
a horse race conducted over a course with obstacles such as fences, ditches, and water jumps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steeplechases
Παραδείγματα
The horse won the steeplechase by clearing every fence cleanly.
Το άλογο κέρδισε το steeplechase ξεπερνώντας κάθε φράχτη καθαρά.
Λεξικό Δέντρο
steeplechase
steeple
chase



























