steamroller
steam
stim
stim
ro
rəʊ
rew
ller

Ορισμός και σημασία του "steamroller"στα αγγλικά

01

οδοστρωτήρας, ελαστικό πλάκας

a heavy vehicle with a large, smooth roller used for flattening and compressing surfaces during road construction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
steamrollers
Παραδείγματα
He watched the steamroller at work on the new road. 

Παρακολούθησε τον οδοστρωτήρα να εργάζεται στο νέο δρόμο.

02

ένα τροχόσφυρα, μια ακατάπαυστη δύναμη

a massive inexorable force that seems to crush everything in its way 
to steamroller
01

ισοπεδώνω με οδοστρωτήρα, επιπεδώνω με οδοστρωτήρα

make level or flat with a steamroller 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
steamroller
γ΄ ενικό πρόσωπο
steamrollers
ενεστώτα μετοχή
steamrollering
απλός αόριστος
steamrollered
παθητική μετοχή
steamrollered
02

συντρίβω, κατακλύζω

overwhelm by using great force 
03

ισοπεδώνω με ατμόβαρο, συνθλίβω σαν με ατμόβαρο

crush with a steamroller as if to level 
04

προχωρώ με μεγάλη δύναμη, προχωρώ με συντριπτική δύναμη

proceed with great force 
05

συντρίβω, περνώ με τροχόστρωτρο

bring to a specified state by overwhelming force or pressure 

Λεξικό Δέντρο

steamroller
steamroll

steam

+

roll

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store