steadfastly
stead
ˈstɛd
sted
fast
fɑ:st
faast
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "steadfastly"στα αγγλικά

steadfastly
01

σταθερά, με αποφασιστικότητα

with strong determination, loyalty, and dedication 
steadfastly definition and meaning
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Despite the challenges, she steadfastly pursued her dream of becoming a doctor. 

Παρά τις προκλήσεις, επιδίωξε σταθερά το όνειρό της να γίνει γιατρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

steadfastly
steadfast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store