Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steadfastly
01
σταθερά, με αποφασιστικότητα
with strong determination, loyalty, and dedication
Παραδείγματα
The athlete steadfastly adhered to a rigorous training regimen to achieve success in the competition.
Ο αθλητής σταθερά τηρούσε ένα αυστηρό πρόγραμμα προπόνησης για να επιτύχει στη διοργάνωση.
Λεξικό Δέντρο
steadfastly
steadfast



























