stay-at-home
stay
steɪ
stei
at
æt
āt
home
həʊm
hewm

Ορισμός και σημασία του "stay-at-home"στα αγγλικά

01

σπιτογατάκι, άτομο που δεν ταξιδεύει

a person who seldom goes anywhere; one not given to wandering or travel 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stay-at-homes
stay-at-home
01

κατάκοιτος, μη ταξιδιωτικός

not given to travel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stay-at-home
συγκριτικός βαθμός
more stay-at-home
διαβαθμίσιμο
02

μένω σπίτι, οικοκυρά

not employed outside the home 
Παραδείγματα
She decided to become a stay-at-home mom after her second child was born. 

Αποφάσισε να γίνει οικοκυρά μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της.

03

γονέας που μένει σπίτι, που μένει σπίτι

(of a parent) remaining at home to care for children 
Παραδείγματα
She is a stay-at-home mother caring for two toddlers. 

Είναι μια οικιακή μητέρα που φροντίζει δύο μικρά παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store