Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stay-at-home
01
σπιτογατάκι, άτομο που δεν ταξιδεύει
a person who seldom goes anywhere; one not given to wandering or travel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stay-at-homes
stay-at-home
01
κατάκοιτος, μη ταξιδιωτικός
not given to travel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stay-at-home
συγκριτικός βαθμός
more stay-at-home
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
During the pandemic, many professionals became stay-at-home workers.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, πολλοί επαγγελματίες έγιναν εργαζόμενοι στο σπίτι.
03
γονέας που μένει σπίτι, που μένει σπίτι
(of a parent) remaining at home to care for children
Παραδείγματα
They decided that one of them would be a stay-at-home parent.
Αποφάσισαν ότι ένας από αυτούς θα είναι γονέας στο σπίτι.



























