Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staunch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
staunchest
συγκριτικός βαθμός
stauncher
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's success can be attributed to the staunch loyalty of its customers.
Η επιτυχία της εταιρείας μπορεί να αποδοθεί στην ακλόνητη πίστη των πελατών της.
to staunch
01
σταματώ, εμποδίζω
to stop or halt something, especially bleeding or the spread of something undesirable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
staunch
γ΄ ενικό πρόσωπο
staunches
ενεστώτα μετοχή
staunching
απλός αόριστος
staunched
παθητική μετοχή
staunched
Παραδείγματα
The plumber is staunching the leak in the pipe, preventing water from flooding the basement.
Ο υδραυλικός σταματά τη διαρροή στον σωλήνα, αποτρέποντας το νερό από το να πλημμυρίσει το υπόγειο.
Λεξικό Δέντρο
staunchly
staunchness
staunch



























