statutory
Pronunciation
/ˈstætʃəˌtɔɹi/

Ορισμός και σημασία του "statutory"στα αγγλικά

01

νομικός, καταστατικός

according to or allowed by law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tax deductions are subject to statutory limits set forth in the Internal Revenue Code.
Οι φορολογικές εκπτώσεις υπόκεινται σε νομικά όρια που ορίζονται στον Κώδικα Εσόδων.
02

νομοθετικός, καταστατικός

prescribed or authorized by or punishable under a statute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store