Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
statutory
01
νομικός, καταστατικός
according to or allowed by law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Tax deductions are subject to statutory limits set forth in the Internal Revenue Code.
Οι φορολογικές εκπτώσεις υπόκεινται σε νομικά όρια που ορίζονται στον Κώδικα Εσόδων.
02
νομοθετικός, καταστατικός
prescribed or authorized by or punishable under a statute
Λεξικό Δέντρο
statutorily
statutory
statutor



























