Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Status quo
01
κατάσταση κουό, τρέχουσα κατάσταση
the situation or condition that is currently at hand
Παραδείγματα
The company ’s policy aims to preserve the status quo in terms of employee benefits.
Η πολιτική της εταιρείας στοχεύει στη διατήρηση του κατεστημένου όσον αφορά τα οφέλη των εργαζομένων.



























