Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benumbed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benumbed
συγκριτικός βαθμός
more benumbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, health, state
02
μουδιασμένος, αδιάφορος
having lost or been caused to lose interest because of overexposure
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
benumbed
benumb



























