benumbed
be
bi
numbed
ˈnʌmd
namd
unplumbed

Ορισμός και σημασία του "benumbed"στα αγγλικά

01

μουδιασμένος, αναισθητος

lacking sensation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most benumbed
συγκριτικός βαθμός
more benumbed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, health, state
02

μουδιασμένος, αδιάφορος

having lost or been caused to lose interest because of overexposure 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

benumbed
benumb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store