Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to start up
01
ξεκινώ, επιχειρώ
to start a process, organization, or activity
Transitive: to start up a process or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
start
ενεστώτας
start up
γ΄ ενικό πρόσωπο
starts up
ενεστώτα μετοχή
starting up
απλός αόριστος
started up
παθητική μετοχή
started up
Παραδείγματα
The manager started up a new project to streamline the workflow.
Ο διαχειριστής ξεκίνησε ένα νέο έργο για να βελτιστοποιήσει τη ροή εργασίας.
02
ξεκινώ, επιχειρώ
to begin a process with the goal of making it operational and successful
Transitive: to start up a venture
Παραδείγματα
They started up a new software development firm specializing in mobile apps.
Ξεκίνησαν μια νέα εταιρεία ανάπτυξης λογισμικού που ειδικεύεται σε εφαρμογές για κινητά.
03
εκκινώ, ενεργοποιώ
to start an electronic device or machine
Transitive: to start up an electronic device
Παραδείγματα
She started up her laptop to check her emails.
Ξεκίνησε το λάπτοπ της για να ελέγξει τα email της.



























