Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Starship
01
αστρόπλοιο, διαστημόπλοιο
a spacecraft designed to carry a crew into interstellar space (especially in science fiction)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
starships
Λεξικό Δέντρο
starship
star



























