Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starring
01
με πρωταγωνιστή, στον κύριο ρόλο
featuring a prominent or leading role, especially in a film, play, or production
Παραδείγματα
He finally landed a starring role after years of supporting parts.
Τελικά πήρε έναν κύριο ρόλο μετά από χρόνια σε δεύτερους ρόλους.
Λεξικό Δέντρο
starring
star



























