starlet
Pronunciation
/ˈstɑɹɫət/

Ορισμός και σημασία του "starlet"στα αγγλικά

01

νεαρή και υποσχόμενη ηθοποιός, αστέρι

a young and promising female actor who is coached and publicized in order to become a star
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
starlets
02

αστεράκι, μικρό αστέρι

a small star
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store