Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Starlet
01
νεαρή και υποσχόμενη ηθοποιός, αστέρι
a young and promising female actor who is coached and publicized in order to become a star
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
starlets
θηλυκό ενικό
starlet
neutral form
young actor
02
αστεράκι, μικρό αστέρι
a small star
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
starlet
star



























