Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stare
01
κοιτάζω ατένισα, καρφώνω το βλέμμα
to look at someone or something without moving the eyes or blinking, usually for a while, and often without showing any expression
Intransitive: to stare at sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stare
γ΄ ενικό πρόσωπο
stares
ενεστώτα μετοχή
staring
απλός αόριστος
stared
παθητική μετοχή
stared
Παραδείγματα
I often stare at the night sky, contemplating the stars.
Συχνά κοιτάζω ατένια τον νυχτερινό ουρανό, αναλογιζόμενος τα αστέρια.
02
κοιτάζω ατένισα, καρφώνω το βλέμμα
to fix one's eyes somewhere, often with wide-open eyes
Intransitive
Παραδείγματα
When the magician performed his trick, everyone in the audience stared in amazement.
Όταν ο μάγος έκανε το τρικ του, όλοι στο κοινό κοίταζαν με κατάπληξη.
Stare
01
ατενές βλέμμα, καθόριση
a steady or fixed look, often with wide-open eyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stares
Παραδείγματα
He gave me a surprised stare.
Μου έριξε μια έκπληκτη ματιά.



























