Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stare
01
κοιτάζω ατένισα, καρφώνω το βλέμμα
to look at someone or something without moving the eyes or blinking, usually for a while, and often without showing any expression
Intransitive: to stare at sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stare
γ΄ ενικό πρόσωπο
stares
ενεστώτα μετοχή
staring
απλός αόριστος
stared
παθητική μετοχή
stared
Παραδείγματα
Right now, I am staring at the intricate details of the painting.
Αυτή τη στιγμή, κοιτάζω αμείωτα τις περίπλοκες λεπτομέρειες της ζωγραφικής.
02
κοιτάζω ατένισα, καρφώνω το βλέμμα
to fix one's eyes somewhere, often with wide-open eyes
Intransitive
Παραδείγματα
Stop staring, it's rude!
Σταμάτα να κοιτάζεις επίμονα, είναι αγενές!
Stare
01
ατενές βλέμμα, καθόριση
a steady or fixed look, often with wide-open eyes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stares
Παραδείγματα
A stare can communicate shock without words.
Ένα αμίλητο βλέμμα μπορεί να μεταδώσει σοκ χωρίς λόγια.



























