stapler
stap
ˈsteɪp
steip
ler
stippler

Ορισμός και σημασία του "stapler"στα αγγλικά

01

συρραπτικό, συρράπτης

a tool used for fastening sheets of paper together by putting staples into them 
stapler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staplers
Παραδείγματα
She used a stapler to bind the pages of her report together. 

Χρησιμοποίησε ένα συρραπτικό για να δέσει τις σελίδες της αναφοράς της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store