Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Staplegun
01
συρραπτικό, πιστόλι συρράπτη
a hand-held machine for driving staples home
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stapleguns
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συρραπτικό, πιστόλι συρράπτη