to stand in
stand
stand
stand
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "stand in"στα αγγλικά

to stand in
01

αντικαθιστώ, υποκαθιστώ

to act as a substitute for someone or something 
to stand in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand in
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands in
ενεστώτα μετοχή
standing in
απλός αόριστος
stood in
παθητική μετοχή
stood in
Παραδείγματα
When the lead actor fell ill, a colleague had to stand in for the important scene. 

Όταν ο πρωταγωνιστής αρρώστησε, ένας συνάδελφος έπρεπε να αντικαταστήσει για τη σημαντική σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store