Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand in
[phrase form: stand]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand in
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands in
ενεστώτα μετοχή
standing in
απλός αόριστος
stood in
παθητική μετοχή
stood in
Παραδείγματα
The keynote speaker could n't make it to the conference, so they had to find someone to stand in and deliver the address.
Ο κύριος ομιλητής δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στη διάσκεψη, έτσι έπρεπε να βρουν κάποιον να αντικαταστήσει και να εκφωνήσει την ομιλία.



























