Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stamp out
01
εξοντώνω, εξαλείφω
to forcefully end something, often a negative or undesirable situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
stamp
ενεστώτας
stamp out
γ΄ ενικό πρόσωπο
stamps out
ενεστώτα μετοχή
stamping out
απλός αόριστος
stamped out
παθητική μετοχή
stamped out
Παραδείγματα
The community decided to take action and stamp graffiti out of their neighborhood.
Η κοινότητα αποφάσισε να λάβει μέτρα και να εξαλείψει τα γκράφιτι από τη γειτονιά της.
02
σβήνω πατώντας, καταστέλλω
to suppress flames by forcefully stepping on them or using a stamping motion
Παραδείγματα
The hiker quickly and effectively stamped out the small campfire to prevent it from spreading.
Ο πεζοπόρος έσβησε γρήγορα και αποτελεσματικά τη μικρή φωτιά της κατασκήνωσης για να αποτρέψει την εξάπλωσή της.



























