benison
be
ˈbɛ
be
ni
nɪ
ni
son
sən
sēn
glistengrisonlistenchristen

Ορισμός και σημασία του "benison"στα αγγλικά

01

ευλογία, προσευχή ευλογίας

a blessing spoken aloud, often as a prayer or expression of goodwill 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
benisons
Παραδείγματα
The priest offered a benison before the meal. 

Ο ιερέας προσέφερε μια ευλογία πριν από το γεύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store