Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stalactite
01
σταλακτίτης, κρεμαστό ορυκτό σχηματισμό
a tapering, icicle-like mineral formation hanging from the roof of a cave or underground structure, typically composed of calcium carbonate deposited by dripping water containing dissolved minerals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stalactites
Παραδείγματα
The growth rate of a stalactite depends on factors such as mineral content and water flow.
Ο ρυθμός ανάπτυξης ενός σταλακτίτη εξαρτάται από παράγοντες όπως η περιεκτικότητα σε ορυκτά και η ροή του νερού.



























