Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stakeholder
01
ενδιαφερόμενο μέρος, μέτοχος
an individual or group with an interest in the success of an organization, project, or initiative
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stakeholders



























