Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stair
01
σκάλα, σκαλί
a series of steps connecting two floors of a building, particularly built inside a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stairs
Παραδείγματα
He climbed the stair to reach the second floor.
Ανέβηκε τα σκαλιά για να φτάσει στον δεύτερο όροφο.
02
σκαλί, σκάλα
a step in a set of stairs



























