stagecraft
stage
ˈsteɪʤ
steij
craft
krɑ:ft
kraaft
statecraft

Ορισμός και σημασία του "stagecraft"στα αγγλικά

01

δραματική τέχνη, θεατρική τεχνική

the skill or experience in writing or performing a play in theater 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stagecraft

stage

+

craft

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store