stag
stag
stæg
stāg
slagcragquagshag

Ορισμός και σημασία του "stag"στα αγγλικά

01

ελάφι, ενήλικα αρσενικά ελάφια

an adult male deer 
stag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stags
02

ελάφι, αρσενικό ελάφι

a male deer, especially an adult male red deer 
to stag
01

κατασκοπεύω, παρακολουθώ κρυφά

watch, observe, or inquire secretly 
to stag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stag
γ΄ ενικό πρόσωπο
stags
ενεστώτα μετοχή
stagging
απλός αόριστος
stagged
παθητική μετοχή
stagged
02

καταδίδω, μουντζώνω

give away information about somebody 
03

παρακολουθώ χορό ή πάρτυ χωρίς γυναικεία συνοδό, πηγαίνω σε πάρτι χωρίς γυναικεία συνοδό

attend a dance or a party without a female companion 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store