Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Staff
01
προσωπικό, ομάδα
a group of people who work for a particular company or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staves/staffs
Παραδείγματα
The restaurant staff received training on customer service.
Το προσωπικό του εστιατορίου έλαβε εκπαίδευση για την εξυπηρέτηση πελατών.
02
πεντάγραμμο, μουσική πεντάγραμμο
a set of five horizontal lines and the blank space between them on which a musical composition is written according to a pitch
Dialect
American
03
ραβδί, μπαστούνι
a strong rod or stick with a specialized utilitarian purpose
04
προσωπικό, εκπαιδευτικό προσωπικό
the body of teachers and administrators at a school
05
ραβδί, μπαστούνι
a rod carried as a symbol
06
στόκος, στάφ
building material consisting of plaster and hair; used to cover external surfaces of temporary structure (as at an exposition) or for decoration
to staff
01
προμηθεύω με προσωπικό, προσλαμβάνω προσωπικό
to provide with employees for a particular purpose, position, or task
Transitive: to staff a team or position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
staff
γ΄ ενικό πρόσωπο
staffs
ενεστώτα μετοχή
staffing
απλός αόριστος
staffed
παθητική μετοχή
staffed
Παραδείγματα
The company regularly staffs new positions to adapt to market changes.
Η εταιρεία προσλαμβάνει τακτικά νέες θέσεις για να προσαρμοστεί στις αλλαγές της αγοράς.
02
εργάζομαι ως μέλος του προσωπικού, αποτελώ μέρος της ομάδας
to work as part of the team responsible for running or supporting an organization, event, or operation
Transitive: to staff an event or operation
Παραδείγματα
He staffed the backstage area, helping performers get ready for the show.
Δούλευε ως μέλος του προσωπικού στα παρασκήνια, βοηθώντας τους καλλιτέχνες να προετοιμαστούν για την παράσταση.



























