Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stacked
01
στοιβαγμένος, παρατεταγμένος
arranged in a stack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stacked
συγκριτικός βαθμός
more stacked
διαβαθμίσιμο
02
συμμετρική, με ελκυστικές καμπύλες
(of a woman's body) having a large bosom and pleasing curves
03
μυώδης, αθλητικός
having a muscular, well-built physique
αργκό
Παραδείγματα
He's stacked from years of lifting weights.
Είναι σφιχτοδεμένος από χρόνια άρσης βαρών.
04
πλούσιος, ευκατάστατος
having a lot of money or wealth
αργκό
Παραδείγματα
He's stacked after his successful startup.
Είναι πλούσιος μετά την επιτυχημένη εκκίνησή του.
Λεξικό Δέντρο
stacked
stack



























