stacked
stacked
stækt
σταικτ
/stˈækt/

Ορισμός και σημασία του "stacked"στα αγγλικά

01

στοιβαγμένος, παρατεταγμένος

arranged in a stack
02

συμμετρική, με ελκυστικές καμπύλες

(of a woman's body) having a large bosom and pleasing curves
03

μυώδης, αθλητικός

having a muscular, well-built physique
Slang
Παραδείγματα
They call him stacked because of his build.
Τον αποκαλούν μυώδη λόγω της σωματοδομής του.
04

πλούσιος, ευκατάστατος

having a lot of money or wealth
Slang
Παραδείγματα
They're stacked after winning the lottery.
Είναι πλούσιοι αφού κέρδισαν το λαχείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store