staccato
sta
stə
stē
cca
ˈkɑ:
kaa
to
təʊ
tew
ostinatovibratomankatomulatto

Ορισμός και σημασία του "staccato"στα αγγλικά

01

στακάτο, ασυνεχής

playing or singing musical notes with short, distinct intervals between them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most staccato
συγκριτικός βαθμός
more staccato
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pianist's fingers danced across the keys, producing a staccato melody. 

Τα δάχτυλα του πιανίστα χόρευαν πάνω στα πλήκτρα, παράγοντας μια μελωδία staccato.

01

στακάτο, με τσακίσματα

in rapid, clipped bursts 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She spoke staccato, each word clipped and urgent. 

Μίλησε staccato, κάθε λέξη κομμένη και επείγουσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store