Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staccato
01
στακάτο, ασυνεχής
playing or singing musical notes with short, distinct intervals between them
Παραδείγματα
The conductor emphasized the staccato passages, creating a sense of urgency in the music.
Ο μαέστρος τόνισε τα staccato περάσματα, δημιουργώντας μια αίσθηση επείγοντος στη μουσική.
staccato
01
στακάτο, με τσακίσματα
in rapid, clipped bursts
Παραδείγματα
The applause came staccato, scattered and uneven.
Το χειροκρότημα ήρθε staccato, σκορπισμένο και ανομοιόμορφο.



























