Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staccato
01
στακάτο, ασυνεχής
playing or singing musical notes with short, distinct intervals between them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most staccato
συγκριτικός βαθμός
more staccato
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pianist's fingers danced across the keys, producing a staccato melody.
Τα δάχτυλα του πιανίστα χόρευαν πάνω στα πλήκτρα, παράγοντας μια μελωδία staccato.
staccato
01
στακάτο, με τσακίσματα
in rapid, clipped bursts
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She spoke staccato, each word clipped and urgent.
Μίλησε staccato, κάθε λέξη κομμένη και επείγουσα.



























