squish
squish
skwɪʃ
skvish
squash

Ορισμός και σημασία του "squish"στα αγγλικά

01

φιλική έλξη, πλατωνική έλξη

a non-romantic or platonic crush on someone 
squish definition and meaning
αργκό
Παραδείγματα
That squish makes hanging out extra fun. 
02

ο γλουγκομός, ο ήχος της λάσπης

the noise of soft mud being walked on 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squishes
to squish
01

μεταφέρω με συμπίεση, εγχέω

put (a liquid) into a container or another place by means of a squirting action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squish
γ΄ ενικό πρόσωπο
squishes
ενεστώτα μετοχή
squishing
απλός αόριστος
squished
παθητική μετοχή
squished
02

περπατώ στη λάσπη, διασχίζω τον βάλτο

walk through mud or mire 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store