benefactor
be
ˈbɛ
be
ne
ni
fac
ˌfæk
fāk
tor

Ορισμός και σημασία του "benefactor"στα αγγλικά

01

ευεργέτης, προστάτης

a person who gives money or support to help others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
benefactors
αρσενικό ενικό
benefactor
θηλυκό ενικό
benefactress
neutral form
supporter
Παραδείγματα
The charity thanked its generous benefactor at the annual gala. 

Η φιλανθρωπική οργάνωση ευχαρίστησε τον γενναιόδωρο ευεργέτη της στην ετήσια γκαλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

benefactor
benefact
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store