squinch
squinch
skwɪnʧ
skvinch
pincheclinchgrinchflinch

Ορισμός και σημασία του "squinch"στα αγγλικά

01

ένα μικρό τόξο ή δομή που χρησιμοποιείται για τη δημιουργία μιας ομαλής μετάβασης από μια τετράγωνη ή πολυγωνική βάση σε ένα κυκλικό ή θολωτό σχήμα πάνω, μια τρόμπα

a small arch or corbelled structure that is used to create a smooth transition from a square or polygonal base to a circular or domed shape above 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squinches
to squinch
01

αλλοιώνω τα μάτια, είμαι αλλοίθωρος

cross one's eyes as if in strabismus 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squinch
γ΄ ενικό πρόσωπο
squinches
ενεστώτα μετοχή
squinching
απλός αόριστος
squinched
παθητική μετοχή
squinched
02

συστέλλομαι, συμπτύσσομαι

draw back, as with fear or pain 
03

καθίζω σταυροπόδι, συστέλλομαι

crouch down 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store