Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Squib
01
μηδενικό, αδύναμος
a person regarded as insignificant, weak, or ineffective
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
She called him a squib for forgetting the tickets.
Τον αποκάλεσε ανίκανο γιατί ξέχασε τα εισιτήρια.
02
βρεγμένο πυροτέχνημα, αποτυχημένο πυροτέχνημα
firework consisting of a tube filled with powder (as a broken firecracker) that burns with a fizzing noise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
squibs



























