Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Square bracket
01
αγκύλη, τετράγωνη παρένθεση
either of two punctuation marks ([ or ]) used to enclose textual material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
square brackets
LanGeek



























