Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squander
01
σπαταλώ, καταχρώμαι
to waste or misuse something valuable, such as money, time, or opportunities
Transitive: to squander a resource | to squander a resource on something unnecessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
squander
γ΄ ενικό πρόσωπο
squanders
ενεστώτα μετοχή
squandering
απλός αόριστος
squandered
παθητική μετοχή
squandered
Παραδείγματα
The procrastination habit caused him to squander valuable time that could have been spent on productive endeavors.
Η συνήθεια της αναβλητικότητας τον οδήγησε να σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο που θα μπορούσε να αφιερωθεί σε παραγωγικές προσπάθειες.
Λεξικό Δέντρο
squandered
squandering
squander



























