Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spying
01
κατασκοπεία, μυστική παρακολούθηση
the act of keeping a secret watch for intelligence purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κατασκοπεία, μυστική παρακολούθηση
keeping a secret or furtive watch
03
κατασκοπεία, παρακολούθηση
the act of detecting something; catching sight of something
Λεξικό Δέντρο
spying
spy



























