sputum
spu
ˈspju:
spyoo
tum
təm
tēm
sputa

Ορισμός και σημασία του "sputum"στα αγγλικά

01

φλέγμα, βλέννα

mucus or phlegm that is coughed up from the respiratory tract, typically as a result of infection or disease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The doctor asked the patient to provide a sample of sputum for laboratory analysis. 

Ο γιατρός ζήτησε από τον ασθενή να παράσχει ένα δείγμα πτυέλου για εργαστηριακή ανάλυση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store