Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to spue
01
εμετός, ξεραίνω
eject the contents of the stomach through the mouth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
spue
γ΄ ενικό πρόσωπο
spues
ενεστώτα μετοχή
spuing
απλός αόριστος
spued
παθητική μετοχή
spued
02
φτύνω, εκχέω
expel or eject (saliva or phlegm or sputum) from the mouth



























