Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Springer
01
αγελάδα έτοιμη να γεννήσει, αγελάδα που πρόκειται να γεννήσει
a cow about to give birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
springers
θηλυκό ενικό
springer
neutral form
pregnant cow
02
ένα σπρίνγκερ σπάνιελ, ένα σπρίνγκερ
a large spaniel with wavy silky coat usually black or liver and white
03
πέτρα θεμελίωσης, χαμηλότερη πέτρα αψίδας
the lowest voussoir, or wedge-shaped stone, of an arch or vault that rests on the impost or support
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
springer
spring



























