Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spring chicken
01
άπειρος νέος, νεαρός άπειρος
a young individual with little or no experience
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He's no spring chicken when it comes to negotiating.
Δεν είναι άπειρος νέος όταν πρόκειται για διαπραγματεύσεις.
02
ανοιξιάτικο κοτόπουλο, νέο κοτόπουλο
a young chicken having tender meat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spring chickens



























