spreadsheet
spread
ˈsprɛd
spred
sheet
ʃi:t
shit

Ορισμός και σημασία του "spreadsheet"στα αγγλικά

01

υπολογιστικό φύλλο, πίνακας υπολογισμών

a computer program used for calculating data, especially financial data 
spreadsheet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spreadsheets
Παραδείγματα
The accountant used a spreadsheet to track expenses, revenue, and profits for the fiscal year. 

Ο λογιστής χρησιμοποίησε ένα υπολογιστικό φύλλο για την παρακολούθηση των δαπανών, των εσόδων και των κερδών για το οικονομικό έτος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

spreadsheet

spread

+

sheet

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store