Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spreadsheet
01
υπολογιστικό φύλλο, πίνακας υπολογισμών
a computer program used for calculating data, especially financial data
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spreadsheets
Παραδείγματα
The accountant used a spreadsheet to track expenses, revenue, and profits for the fiscal year.
Ο λογιστής χρησιμοποίησε ένα υπολογιστικό φύλλο για την παρακολούθηση των δαπανών, των εσόδων και των κερδών για το οικονομικό έτος.
Λεξικό Δέντρο
spreadsheet
spread
sheet



























