Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spreader
01
εξαπλωτής, σπάτουλα
a hand tool for spreading something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spreaders
02
σκορπιστής, διανομέας
a mechanical device for scattering something (seed or fertilizer or sand etc.) in all directions
03
διανομέας, εκχυματιστής
a specialized machine that spreads and shapes ballast on the tracks to ensure stability and proper drainage
Παραδείγματα
The spreader is an essential piece of equipment used to maintain the condition of railroad tracks.
Ο εκχυμιστής είναι ένα βασικό εξάρτημα του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση της κατάστασης των σιδηροδρομικών γραμμών.
Λεξικό Δέντρο
spreader
spread



























