Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bemused
01
σαστισμένος, μπερδεμένος
showing confusion, often mixed with mild amusement or curiosity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bemused
συγκριτικός βαθμός
more bemused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him a bemused look after hearing his odd suggestion.
Του έριξε μια σαστισμένη ματιά αφού άκουσε την περίεργη πρότασή του.
Λεξικό Δέντρο
bemused
bemuse



























