Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acidic
01
οξύς
(of flavour) tangy and sour, often due to the presence of acid
Παραδείγματα
The lemon juice gave the dish an acidic kick that brightened the flavors.
Ο χυμός λεμονιού έδωσε στο πιάτο μια ξινή νότα που φώτισε τις γεύσεις.
02
οξύς
referring to substances or solutions that have a pH value lower than 7, indicating a higher concentration of hydrogen ions and often a sour taste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acidic
συγκριτικός βαθμός
more acidic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Lemon juice is acidic due to the presence of citric acid.
Ο χυμός λεμονιού είναι οξύς λόγω της παρουσίας κιτρικού οξέος.
Λεξικό Δέντρο
acidic
acid



























