Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sporty
01
αθλητικός, δραστήριος
suitable for sports or physical activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sportiest
συγκριτικός βαθμός
sportier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car has a sporty design for high performance.
Το αυτοκίνητο έχει αθλητικό σχεδιασμό για υψηλή απόδοση.
1.1
αθλητικός, αθλητικό
(of clothes) stylish, attractive, and suitable for sports
Παραδείγματα
She opted for a sporty look with a fitted tracksuit and sleek running shoes.
Επέλεξε ένα αθλητικό look με ένα εφαρμοστό φόρμα και κομψά παπούτσια τρεξίματος.
1.2
αθλητικός, δίκαιος
demonstrating or requiring sportsmanship, fairness, or ethical behavior in competition
Παραδείγματα
He was sporty, congratulating his opponent after the match.
Ήταν αθλητικός, συγχαίροντας τον αντίπαλό του μετά τον αγώνα.
02
αθλητικός, γρήγορος
(of a car) having a design or characteristics that suggest speed or performance
Παραδείγματα
The sporty car zipped through the curves with ease.
Το σπορ αυτοκίνητο πέρασε με ευκολία τις στροφές.
03
αθλητικός, δραστήριος
active in or enthusiastic about sports and physical activities
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She’s sporty and enjoys playing volleyball with her friends.
Είναι αθλητική και απολαμβάνει να παίζει βόλεϊ με τους φίλους της.
Λεξικό Δέντρο
sporty
sport



























