sportswear
sport
ˈspɔ:t
spawt
swear
sweə
sve

Ορισμός και σημασία του "sportswear"στα αγγλικά

01

αθλητικά ρούχα, εσθήτα αθλητική

the outfit worn outside casually or for sport activities 
Dialectbritish flagBritish
sportswear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sportswears
Παραδείγματα
She bought new sportswear for her gym sessions. 

Αγόρασε νέα αθλητικά ρούχα για τις συνεδρίες της στο γυμναστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store