Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sportsmanship
01
αθλητικότητα, ευ αγωνίζεσθαι
the act of showing respect, fairness, and kindness to others while participating in sports or games, regardless of the outcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Even though their team lost, Mike showed great sportsmanship by congratulating the winners.
Παρόλο που η ομάδα του έχασε, ο Mike έδειξε μεγάλη αθλητική συμπεριφορά συγχαίροντας τους νικητές.
Λεξικό Δέντρο
sportsmanship
sportsman



























