Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sporting chance
01
αθλητική ευκαιρία, δίκαιη ευκαιρία
a reasonable chance of emerging triumphant out of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sporting chances
LanGeek



























